νοσήλεια

νοσήλεια
τα расходы на стационарное лечение больного

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "νοσήλεια" в других словарях:

  • νοσηλεία — νοσηλείᾱ , νοσηλεία care of the sick fem nom/voc/acc dual νοσηλείᾱ , νοσηλεία care of the sick fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοσηλείᾳ — νοσηλείᾱͅ , νοσηλεία care of the sick fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοσηλεία — η (Α νοσηλεία) [νοσηλεύω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού νοσηλεύω, θεραπεία ασθενούς αρχ. 1. ασθένεια η οποία απαιτεί θεραπεία και φροντίδα 2. πύον που εκκρίνεται από ανοιχτή πληγή …   Dictionary of Greek

  • νοσηλεία — η η πράξη και το αποτέλεσμα του νοσηλεύω, περιποίηση αρρώστου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νοσηλείας — νοσηλείᾱς , νοσηλεία care of the sick fem acc pl νοσηλείᾱς , νοσηλεία care of the sick fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοσηλείαν — νοσηλείᾱν , νοσηλεία care of the sick fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοσηλεῖαι — νοσηλεία care of the sick fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοσηλευτικός — ή, ό [νοσηλεύω] 1. αυτός που αναφέρεται στη νοσηλεία ή αυτός που είναι κατάλληλος για νοσηλεία («νοσηλευτικό ίδρυμα») 2. το θηλ. ως ουσ. η νοσηλευτική ιατρ. το επάγγελμα τού νοσηλευτή και τής νοσηλεύτριας, που έχει ως αντικείμενο την περίθαλψη… …   Dictionary of Greek

  • άμβλωση — Η διακοπή της εγκυμοσύνης, που συνίσταται στην αποβολή του εμβρύου πριν από την πάροδο 28 εβδομάδων, οπότε το έμβρυο είναι πλέον βιώσιμο. Η ά. μπορεί να γίνει αυτόματα ή να προκληθεί τεχνητά. Η αυτόματη ά. συμβαίνει χωρίς την επέμβαση της ίδιας… …   Dictionary of Greek

  • ανοσήλευτος — η, ο (Α ἀνοσήλευτος, ον) αυτός που δεν νοσηλεύθηκε νεοελλ. (για αρρώστιες) αυτός που δεν χρειάζεται ή δεν επιδέχεται νοσηλεία …   Dictionary of Greek

  • βλάβη — Η κατά παράβαση του νόμου, ή συμβατικής υποχρέωσης, πρόκληση ζημίας σε άλλο πρόσωπο. Προϋποτίθεται ότι μεσολάβησε προσβολή ενός ξένου συμφέροντος που προστατεύεται από το δίκαιο. Η προσβολή αυτή μπορεί να προέρχεται είτε από τη μη εκπλήρωση… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»